Βιώσιμη πόλη

Οι πόλεις όλου του κόσμου γίνονται, ή καλύτερα είναι, η κυριότερη κοινωνική, πολιτιστική, οικονομική σφαίρα δράσης, με άλλα λόγια διαμορφώνονται ως φυσικό περιβάλλον –κατοικία, habitat, του μεγαλύτερου τμήματος του πληθυσμού που κατοικεί στη γη. Παρ’ όλα αυτά η ιδιαίτερη ανάπτυξη της πόλης, είτε από αστικής είτε από κοινωνικής και οικονομικής απόψεως, δεν είναι ένα μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά είναι τμήμα μιας συνολικής διαδικασίας, πιο εκτενούς και πολύπλοκης. Υπό αυτήν την έννοια θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μια δεύτερη αστική επανάσταση η οποία είναι έντονα συνδεδεμένη με το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης. Αυτό το τελευταίο γίνεται κατανοητό από την άνθιση των μητροπόλεων(1) τα τελευταία χρόνια.

Η διαδικασία της μεταμόρφωσης και της ανάπτυξης που βιώνει η πόλη και η συνεχής παρουσία στο εσωτερικό της άλυτων φαινομένων όπως οι εγκαταλελειμμένες βιομηχανικές περιοχές, η εγκατάλειψη των ιστορικών κέντρων, η αποσύνθεση της περιφέρειας, οι περιθωριοποιημένες περιοχές(2), η έλλειψη πρασίνου, η ανεπάρκεια έργων υποδομής και υπηρεσιών, διεκδικούν σταθερά την προσοχή όλων όσων μελετούν και ασχολούνται με τον επανασχεδιασμό της υφιστάμενης πόλης.

Το άρθρο αυτό εικονογραφεί τα αποτελέσματα της έρευνας του εργαστηρίου AbitaZone(3) είτε από μεθοδολογικο-διδακτική, είτε από προγραμματικο-σχεδιαστική άποψη, τα οποία μελετήθηκαν λεπτομερώς κατά τη διάρκεια των πέντε ετών κοινωνικό- σχεδιαστικής έρευνας στις περιθωριοποιημένες περιοχές του Μποένος Άϊρες στην Αργεντινή και στη Λισσαβόνα – Πορτογαλία.

Το θέμα του εργαστηρίου AbitaZone, ή καλύτερα η έρευνα που διεξάχθηκε μέσα σ’ αυτό, αφορά στην πόλη και στις αστικές, οικονομικές και κοινωνικές δυναμικές της, στις υλικές αλλά και άυλες μετατροπές της, στην ανάπτυξη και στο σχήμα που προκύπτει από αυτές τις διαδικασίες. Επομένως η εμπειρία μιας τέτοιας έρευνας - δράσης στόχευε και στοχεύει στον πειραματισμό μιας καινούριας μεθοδολογίας αναζήτησης και σχεδιασμού η οποία προβάλλεται στον ορισμό κάποιων εργαλείων ανάγνωσης, τα οποία μας επιτρέπουν να ερμηνεύσουμε τις αστικές διαδικασίες που περιβάλλουν την πόλη, τις περιθωριοποιημένες περιοχές, τις εγκαταλειμμένες βιομηχανικές περιοχές, την περιφέρεια και τις αστικές υποβαθμισμένες περιοχές γενικά, καθώς μας οδηγούν στην επεξεργασία των σχεδίων που διαμορφώνουν τα πιθανά βιώσιμα σκηνικά για την πόλη.

Το εργαστήριο εστίασε την προσοχή σε μερικές διαδικασίες, φαινόμενα που έγιναν αφορμή να περιγραφεί το «κατοικείν ενός χώρου» στο σύνολό του.

Είναι αυτές οι διαδικασίες στις οποίες εκφράζεται η επαφή μεταξύ υλικού και άυλου, στιγμές και διαδικασίες της καθημερινής ζωής στις οποίες διακρίνεται η έννοια του συνόλου και η σπουδαιότητα της αστικής σκηνογραφίας. Η ανάγνωση αυτών των στοιχείων, αυτών των διαδικασιών δεν μπορεί παρά να συμβαίνει διαμέσου της ερμηνείας των χώρων του κατοικείν, από τα οποία η έννοια του τόπου, η διαδικασία επανάκτησης της σχέσης υλικής και συμβολικής του χώρου, η διαδικασία δημιουργίας δημόσιων και κοινόχρηστων χώρων, η συλλογική διαδικασία του σχεδιασμού (σχέδιο-δράση) των χώρων αλληλεπίδρασης της κοινότητας.

Οι μεγάλες πόλεις χαρακτηρίζονται από την σημαντική παρουσία ανεπίσημων εγκαταστάσεων που πολλές φορές ξεπερνάνε σε πληθυσμό την επίσημη πόλη(4). Ο πληθυσμός αυτός ζει σε συνθήκες κατοίκησης προβληματικές και ακατάλληλες για την εξέλιξη της ανθρώπινης ζωής. Η ανεπίσημη πόλη, πράγματι, υπάρχει σε κάθε μητρόπολη της Αφρικής, της Λατινικής Αμερικής ή της Ασίας αλλά και στις πιο αναπτυγμένες βιομηχανικά χώρες. Αυτό το είδος πόλης ορίζεται σε κάθε χώρα και με διαφορετικό όνομα: favelas, barraccas, barriadas, gekekondu, shanty towns, ghost cities.

Στο Μπουένος Άϊρες, στην Αργεντινή αυτές οι εγκαταστάσεις ονομάζονται villas miseria, μια ονομασία που πολύ καλά περιγράφει και συγκεντρώνει με τον πληρέστερο τρόπο τη σημασία αυτών των περιοχών, ως χώρους της φτώχειας, της κοινωνικής αποσύνθεσης και της κοινωνικής περιθωριοποίησης. Η αναποτελεσματικότητα και η κρίση του παραδοσιακού μοντέλου πολεοδομικού σχεδιασμού, το οποίο βασίζεται στην κατάργηση των περιθωριοποιημένων οικιστικών εγκαταστάσεων, στη μεταφορά των κατοίκων σε άλλους χώρους και στο σχηματισμό των grands ensemblesσε βιομηχανοποιημένη μορφή, δεν παρήγαγε ένα τόπο στον οποίο οι κάτοικοι θα μπορούσαν να αναγνωρίσουν την ατομική και συλλογική τους ταυτότητα. Ως απάντηση αυτών των σχεδιαστικών αποτυχιών και της εξάπλωσης των ανεπίσημων πόλεων, το εργαστήριο δοκίμασε και όρισε νέες μορφές παρέμβασης που βασίστηκαν στην ολιστική προσέγγιση(5) και στις αρχές τις αειφόρου ανάπτυξης, διαμέσου σχεδιαστικών στρατηγικών όπως η αναβάθμιση των υφισταμένων εγκαταστάσεων, η συμμετοχικότητα και η αυτοδόμηση(6) του οικιακού και του κοινόχρηστου χώρου.

Οι διάφορες εμπειρίες του εργαστηρίου επέτρεψαν να κατανοηθούν οι κοινωνικό-οικονομικό-πολιτιστικό δυναμικές , η μεταμόρφωση της πόλης και ιδιαιτέρως η μορφοποίηση των περιθωριοποιημένων περιοχών και περιφερειών καθώς και να επεξεργασθούν μέθοδοι και εργαλεία έτσι ώστε να οριστούν στρατηγικές δράσης, βιώσιμες για να απαντήσουν σε ανάγκες των κατοίκων και του αστικού σύγχρονου τοπίου. Το εργαστήριο θέλει να τονίσει το θεμελιώδη ρόλο του αρχιτεκτονικού και του πολεοδομικού σχεδιασμού καθώς και τον ρόλο του σχεδιασμού τοπίου ως εργαλεία κοινωνικής ισορροπίας και ρυθμιστές της χωρικής ανάπτυξης.

Οι έρευνες απέδειξαν ότι οι περιθωριοποιημένες περιοχές είναι συνώνυμο της αστικής περιθωριοποίησης, κοινωνικής, οικονομικής καθώς και πολιτιστικής απόρριψης. Όντως οι κάτοικοι αυτών των χώρων δεν μπορούν να επωφεληθούν των στοιχειωδών αστικών παροχών όπως η τροφοδοσία νερού ρεύματος και αποχέτευσης, υγειονομικών παροχών, μέσων επικοινωνίας, εκπαιδευτικών δομών, μέσων μεταφοράς, υπηρεσιών συλλογής και αποσύνθεσης απορριμμάτων κλπ.

Στην παρουσία αυτή της ακατάλληλης πόλης, το εργαστήριο AbitaZone, ανέπτυξε την έρευνά του, έχοντας επεξεργαστεί γι’ αυτές τις περιοχές δυνατές λύσεις που είναι ικανές να δημιουργήσουν νέες αστικές βιώσιμες περιοχές. Σε αυτό το πλαίσιο η αναβάθμιση του πολεοδομικού ιστού και της δόμησης των ανεπίσημων οικιστικών εγκαταστάσεων δεν μπορεί παρά να συνοδεύεται από κατάλληλες παρεμβάσεις που είναι σε θέση να προωθήσουν την οικονομική, πολιτιστική και κοινωνική ανάπτυξη. Το πρόβλημα της κατοικίας για τον πληθυσμό χαμηλού εισοδήματος δεν θα μπορεί ποτέ να είναι καταλλήλως αντιμετωπίσιμο και να λυθεί αν δεν εξαλειφθούν παράλληλα οι συνθήκες φτώχειας στις οποίες βρίσκεται η πλειοψηφία των κατοίκων.

Αυτό που εξισώνει όλη την έρευνα του AbitaZone είναι η ολιστική προσέγγιση, που στοχεύει στη βελτίωση των υφισταμένων εγκαταστάσεων συμπληρώνοντας με δράσεις φυσικής αναβάθμισης, παρεμβάσεις αξιοποίησης του ανεπίσημου οικονομικού ιστού, υπεράσπιση του υφιστάμενου κοινωνικού συνεκτικού ιστού. Ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός καθώς και τα συναφή σε αυτόν θέματα, εκφράζονται στο εργαστήριο όχι μόνο σαν είδος τέχνης, άξιας να απαντήσει και να ορίσει πρακτικές ανάγκες, σύνθεσης μα κυρίως σαν τέχνη για την δημιουργία νέων αστικών κοινοτήτων. Όλο αυτό πιστεύουμε ότι μπορεί να πάρει μορφή διαμέσου 3 εννοιών - κλειδί οι οποίες είναι: κοινότητα, συμμετοχικότητα και δημόσιος ή κοινόχρηστος χώρος ∙ έννοιες που αποτελούν αφετηρία για την ανάπτυξη προϋποθέσεων που είναι δυνατές να ορίσουν την βιώσιμη πόλη. Για το λόγο αυτό όταν αναφερόμαστε στη συμμετοχικότητα δεν μιλάμε για μια «εναλλακτική πρακτική» των συνηθισμένων μεθόδων του πολεοδομικού σχεδιασμού, όπως στη δεκαετία ’60 και ’70, μα αποτελεί ένα συνήθη τρόπο με τον οποίο εφαρμόζεται πια σήμερα ο πολεοδομικός σχεδιασμός. Η συμμετοχικότητα είναι απ’ τα πιο ξεχωριστά χαρακτηριστικά της κοινότητας ή καλύτερα είναι το εργαλείο με το οποίο στα πλαίσια της δημιουργίας μιας βιώσιμης πόλης η κοινότητα αυτοκυβερνάται και εφαρμόζει τις αποφάσεις της στη δημιουργία του δικού της habitat. Επομένως η συμμετοχικότητα είναι το εργαλείο, το μέσον με το οποίο μία κοινωνία προγραμματίζει και προεικονίζει το μέλλον της. Ακόμα η έννοια της κοινότητας έχει εξελιχθεί έντονα∙ δεν αποτελεί πια μια μορφή οργάνωσης, σύμφωνα με την ερμηνεία του Tonnies(7), μα εκπροσωπεί αντίθετα, ένα νέο τρόπο με τον οποίο τείνει να ξαναδημιουργηθεί η σύγχρονη κοινωνία, σαν απάντηση στις διαδικασίες της οικονομικής και πολιτιστικής παγκοσμιοποίησης, για να περισωθούν και να αξιοποιήσουν ο τοπικός πολιτισμός και η τοπική ταυτότητα. Η κοινότητα σήμερα ταυτίζεται όλο και περισσότερο με το παν-τοπικό στοιχείο (elemento glocale). Στο εσωτερικό της πόλης το παν-τοπικό στοιχείο επικαλύπτεται και ταυτίζεται με το δημόσιο ή κοινόχρηστο χώρο, ο οποίος αντιπροσωπεύει το χώρο ανταλλαγής υλικής και άυλης και το χώρο των σχέσεων μεταξύ των κατοίκων της, εκεί όπου τελείται η αναγνώριση του άλλου διαμέσου μιας πρακτικής που βασίζεται κυρίως σε διάφορες μορφές γλωσσικού κώδικα επικοινωνίας και είναι συνδεδεμένη με την παρουσία του γείτονα. Ο δημόσιος χώρος εννοείται σαν χώρος που ανήκει σε όλους στον οποίο η ταυτότητα του μεμονωμένου πολίτη μεταμορφώνεται σε αστική ταυτότητα.

Τα σχέδια που επεξεργάσθηκαν στο εργαστήριο χαρακτηρίζονται για την προσοχή που δόθηκε σε θέματα αστικής, οικονομικής, περιβαλλοντογικής πολιτιστικής και κοινωνικής αειφορίας. Πολλές από τις σχεδιαστικές προτάσεις αντιμετώπισαν το θέμα του αστικού σχεδίου της villa miseria ακολουθώντας μία αύξουσα διαδικασία, λαμβάνοντας την υφιστάμενη κατάσταση σαν σημείο εκκίνησης για να φτάσουν σε νέα αστικά οράματα. Το συνεκτικό νήμα για τη διατύπωση των σχεδιαστικών έργων ήταν η πόλη σαν ένα μεγάλο σπίτι και το σπίτι σαν μια μικρή πόλη –Λεόν Μπατίστα Αλμπέρτι. Η πόλη σαν ένα μεγάλο σπίτι ή κοινότητα εκλαμβάνεται από το εργαστήριο ως οικοσύστημα υλικό και άυλο, το οποίο τροφοδοτεί τις κοινωνικές οικονομικές και πολιτιστικές σχέσεις και την εικόνα ενός κόσμου στα μέτρα του ανθρώπου.

Ακόμα ένα άλλο σημείο αναφοράς για την διεξαγωγή του εργαστηρίου αποτελεί ο συλλογισμός που ανέπτυξε ο Αντριάνο Ολιβέτι στο «η πόλη του ανθρώπου». Σύμφωνα με αυτό,το σπίτι είναι το στοιχειώδες κύτταρο και το σύνολο αυτών των κυττάρων σχηματίζει τη γειτονιά, το οικοδομικό τετράγωνο, το προάστιο, την πόλη, τη μητρόπολη.

Σήμερα για να περιγράψουμε το μεγάλο σπίτι του Αlberti ή το στοιχειώδες κύτταρο του Olivetti πρέπει να αναφερθούμε στον όρο βιώσιμη πόλη. Πρέπει να ξεκαθαριστεί, για να μην ρισκάρουμε μια πιστοποίηση που επαληθεύεται μονάχα διαμέσου οδηγιών οικολογικο-ποσοτικού περιεχομένου, ότι είναι σημαντικό η οικολογική λύση των προβλημάτων να περιέχεται σε μία φυσικότητα που παράγει ομορφιά, αναγνωσιμότητα, σπουδαιότητα και ταυτότητα των τόπων. Η βιώσιμη πόλη στην δική μας περίπτωση αντιπροσωπεύει το πλαίσιο αναφοράς για την έρευνα και τις εργασίες του εργαστηρίου, το υπόβαθρο στο οποίο τοποθετούνται οι σχεδιαστικές διαδικασίες για να δημιουργήσουν τους χώρους της καθημερινότητας αλλά και το γόνιμο έδαφος στο οποίο εμπειρίες που αφορούν τις σύγχρονες κοινότητες βρίσκουν έμπνευση για να ορίσουν αστικές σφαίρες δράσης ποιότητας για την ανθρώπινη ζωή.

Το εργαστήριο προωθεί διαδικασίες αυτοκατευθυνόμενης και συμμετοχικής ανάπτυξης βασισμένες στη χρήση και στην προώθηση των τοπικών πόρων, είτε είναι φυσικοί είτε ανθρώπινοι, είτε είναι υλικοί είτε άυλοι.

Για το σχεδιασμό αυτών των περιοχών, το εργαστήριο δεν λαμβάνει σαν βάση αφετηρίας το «tabula rasa» και προσπαθεί να μην απολιθωματοποιείται στην κατάσταση του υπαρκτού και ούτε να περιορίζεται στους επίκαιρους τυχαίους αυτοτεμαχισμούς του εδάφους μα προσπαθεί να οργανώσει μία κοινωνικοαστική ισότητα.

Οι σχεδιαστικές προτάσεις του εργαστηρίου δομούνται διαμέσου ενός προγραμματισμού στο χρόνο με καθοδηγούμενες φάσεις που προβλέπουν την παρουσία των κατοίκων στην κατεδάφιση, στην ανοικοδόμηση και στην αυτοδόμηση των μικρών «κυττάρων» που δίνουν σχήμα στην πόλη. Αυτή η καθοδηγούμενη διαδικασία σε φάσεις δίνει ζωή σε ένα αστικό εργαστήριο συμμετοχικό και ενδυναμώνει την έννοια του ανήκειν στο δημόσιο, κοινόχρηστο και στον οικιστικό χώρο, αναπαράγοντας τις βάσεις γι’ αυτό που ορίζουμε ως αστική κοινότητα.

Φραντσέσκο Μοράμπιτο

Πολεοδόμος - Διδάκτωρ Αρχιτεκτονικής Τοπίου, μέλος του Σ.ΟΛ.ΑΡ.

 

(1)Οι μητροπόλεις είναι πόλεις με κατοίκους πάνω από ένα εκατομμύριο, το 1950 ήταν 86 σε όλο τον κόσμο, το 2005 ήταν 400, το 2015 ήταν 550.

(2)Περιθωριοποιημένες περιοχές εννοούμε αυτές που βρίσκεται γύρω από το κέντρο μιας πόλης ή ακόμα και στο κέντρο ή δεν μπορούν να περιγραφούν σε μία χωρική διάσταση, αλλά συγκεντρώνουν τα τμήματα της πόλης που χαρακτηρίζονται από συνθήκες αστικής και κοινωνικής αποσύνθεσης και είναι αποκομμένες, αποσυνδεδεμένες και άσχετες με τις διαδικασίες μετατροπής της αστικής ανάπτυξης.

(3)ΑbitaZone (Κατοικώ Περιοχές) είναι το Εργαστήριο που συνδιοργάνωσαν η Σχολή Αρχιτεκτονικής του Μποένος Αιρές και ο σύλλογος Controspazio i web για την εκκίνηση μιας σχεδιαστικής έρευνας που αφορά την σύγχρονη πόλη.

(4) Ανεπίσημη πόλη και επίσημη πόλη: η πρώτη έννοια περιγράφει την σχεδιασμένη πόλη με όλες τις παροχές και η δεύτερη αντιπροσωπεύει εκείνους τους χώρους που χαρακτηρίζονται από απουσία του πολεοδομικού σχεδιασμού, αβεβαιότητα – προχειρότητα του habitat, πυκνοκατοίκηση, απουσία ή ανεπάρκεια υποδομών, παράνομη κατάληψη γης, έλλειψη κάθε είδους εκπαίδευσης και οργάνωσης, φτώχεια, περιθωριοποίηση.

(5) Η ολιστική προσέγγιση του οικοδομείν οφείλει να μην σταματά εκεί που τελειώνουν τα σύνορα ενός μεμονωμένου κτιρίου αλλά πρέπει να αντιμετωπίζει το θέμα της δόμησης με έναν πιο σύνθετο και ολοκληρωμένο τρόπο. Πρέπει να σχεδιάζουμε το «όλον», τους δρόμους που ενώνουν τα κτίρια, τις πλατείες, τους κοινόχρηστους χώρους. Πρέπει να σχεδιάζουμε για όλους, μικρούς και μεγάλους, αδύναμους και δυνατούς, μα κυρίως πρέπει να ξαναδώσουμε ταυτότητα στους χώρους, να ενδυναμώσουμε τις βάσεις των μικρών κοινοτήτων, να επιμείνουμε στη σχέση του ανθρώπου με το δομημένο χώρο, του ανθρώπου με τον μη δομημένο χώρο , του ανθρώπου με τον άνθρωπο. Μόνο διαμέσου μιας τέτοιας μεθοδολογίας, θα μπορούμε να μιλάμε για πραγματικές βιώσιμες πόλεις

(6)Με την αυτοδόμηση στον τομέα της αρχιτεκτονικής αναφερόμαστε σε στρατηγικές, εργαλεία και μέσα που στοχεύουν στην υποστήριξη και στην διευκόλυνση των άπειρων εργατών στη φάση κατασκευής ενός κτιρίου. Οι λόγοι που οδηγούν στην υιοθέτηση τέτοιου είδους συστημάτων αυτοδόμησης, επικεντρώνονται κυρίως στην έλλειψη φυσικών αλλά και ανθρώπινων πόρων.

(7)FerdinandTonnies (Oldenswort 1855-1936 Kiel) γερμανός κοινωνιολόγος, στο περίφημο έργο του «Κοινότητα και κοινωνία» (Gemeinschaft und Gesellschaft) περιγράφει την έννοια της κοινότητας ως σύνδεσμο που απαντά στους νόμους τις φύσης και τους οργανικούς νόμους και θεμελιώνεται σε συγγενικές και εξ’ αίματος σχέσεις και δεσμούς.

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ Σ.ΟΛ.ΑΡ. 6/11/2013
Περισσότερα...

27-28-4-2013
ΗΜΕΡΙΔΑ ΟΛΙΣΤΙΚΗΣ
ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ
Get more Joomla!® Templates and Joomla!® Forms From Crosstec